Για αρχή θα ήθελα να ευχαριστήσω τις συντρόφισσες και τους συντρόφους της Πυλαίας για τη σημερινή εκδήλωση. Και να συγχαρώ τις συντρόφισσες και τους συντρόφους της ΟΜ Πυλαίας, τη συντονίστρια Άννα Σαραντίνου, για τη δουλειά και την προσπάθειά τους, κάθε μέρα, γειτονιά-γειτονιά, στο πεδίο.
Και στέκομαι στο πόσο σπουδαίο είναι το τελευταίο, γιατί η δουλειά στο πεδίο, στη βάση της κοινωνίας, είναι ο πιο σωστός τρόπος για να ακούσουμε και να ακουστούμε, για να κινητοποιήσουμε και να κινητοποιηθούμε, για να πιάσουμε και να πιαστούμε από τα μηνύματα της κοινωνίας και δη αυτά που αφορούν τον πολιτικό κόσμο.
Όμως, ποια είναι αυτά τα μηνύματα; Φτάνουν σ’ εμάς; Έχουν κι άλλους παραλήπτες; Είναι όλα πανομοιότυπα; Ποια κοινωνική συνθήκη υποδηλώνουν; Τι περιγράφουν από την καθημερινή ζωή των πολιτών; Ποιοι είναι στην πραγματικότητα εκείνοι που τα εκπέμπουν; Και, εν τέλει, ποιοι είναι οι αποδέκτες τους;
Και δεν μιλώ μόνο για πρόσωπα, αλλά για την ίδια την ιστορία. Γιατί, υπάρχουν μηνύματα και κοινωνικά αιτήματα που μας ξεπερνούν, είναι διαχρονικά. Και η απάντηση σ’ αυτά δεν συνιστά μια απλή διαχείριση προβλημάτων αλλά μια αναμέτρηση με την ίδια την ιστορία.
Στην πολιτική, αλλά και τη δημοσιογραφία, το να καταφέρει κανείς να αποκωδικοποιήσει τα μηνύματα που στέλνονται από την κοινωνία είναι το άλφα και το ωμέγα.
Δεν μπορείς να καταστρώσεις ένα σοβαρό σχέδιο ριζοσπαστικού κοινωνικού μετασχηματισμού, αν δεν είσαι σε θέση να γνωρίζεις τι συζητά ο κόσμος μακριά από κάμερες και οθόνες.
Για να μπορέσεις να σταθείς μέσα στη Βουλή και να παλέψεις για την αλλαγή των συσχετισμών, για την αλλαγή των προτεραιοτήτων, για το δίκιο μιας ιδέας και την αποκατάσταση μιας αδικίας, θα πρέπει να έχεις έρθει και εδώ στην Πυλαία, πόρτα-πόρτα, πάνω κάτω τους δρόμους, μέσα κι έξω απ’ τους χώρους που οι καθημερινοί άνθρωποι ζουν κι αναπνέουν, εργάζονται, στήνουν σχέσεις, τα βάζουν με τις δυσκολίες, με το φόβο, αλλά και ταυτόχρονα ονειρεύονται κι ελπίζουν για κάτι καλό· σ’ αυτήν εδώ τη ζωή.
Δεν μπορείς, επομένως, να μιλήσεις για δημοκρατία χωρίς πολίτες. Δεν μπορείς να μιλήσεις για παιδεία χωρίς την εκπαιδευτική κοινότητα. Δεν μπορείς να μιλήσεις για εργασία χωρίς τον κόσμο της εργασίας.
Εδώ είναι και η βασική διαιρετική τομή που μας ξεχωρίζει από τη νεοδεξιά του Μητσοτάκη που διαφεντεύει- κι όχι απλώς κυβερνά- τον τόπο. Κοινός τόπος μας είναι αυτός, αριστερών και δεξιών. Αλλά, είναι μια συγκεκριμένη ελίτ μέσα σ’ αυτή τη δεξιά –μια ελίτ που ενδεχομένως να απλώνεται και σε άλλους πολιτικούς χώρους– με την οποία δεν συναντιόμαστε πουθενά.
Κι αν τύχει να συναντηθούμε είναι αυτό που λέει ο λαός μας: το κακό συναπάντημα. Γιατί, δεν μπορούν και οι δύο λογικές να έχουν δίκιο ή, τουλάχιστον, να διαβάζουν σωστά την κοινωνία και την ιστορία, πόσο μάλλον να απαντούν σωστά στα ερωτήματα που η κοινωνία και η ιστορία θέτουν.
Αυτή η νεοδεξιά, την οποία στήνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το επιτελικό του κράτος-παρακράτος, δεν βλέπει πολίτες. Βλέπει μόνο καταναλωτές και πελάτες. Δεν βλέπει εκπαιδευτική κοινότητα, ούτε βεβαίως αναγνωρίζει κάποιον κόσμο της εργασίας. Παρά μόνο βλέπει άτομα ξέχωρα το ένα από το άλλο, που ανταγωνίζονται με όρους «ο θάνατός σου η ζωή μου», αντί να συναγωνίζονται και να τραβούν προς τα πάνω ο ένας τον άλλον με το παράδειγμά τους.
Είναι μια κρίσιμη διαχωριστική γραμμή αυτή. Με ποιους όρους, δηλαδή, αντιλαμβανόμαστε τη βέλτιστη κοινωνική οργάνωση και άρα πώς σχεδιάζουμε και υλοποιούμε πολιτικές που θα λύνουν προβλήματα, αντί να δημιουργούν. Βλέπουμε την κοινωνία ως ένα σώμα συλλογικό, με αίσθηση κοινής μοίρας, όπου κανένας δεν μένει πίσω μόνος του, αλλά μοιράζουμε δικαιώματα και υποχρεώσεις με τον καλύτερο και δικαιότερο τρόπο, για να πάμε όλοι μπροστά; Ή βλέπουμε την κοινωνία ως ένα άθροισμα ατόμων, που όλοι πατάνε επί πτωμάτων και στο τέλος βρισκόμαστε στο ίδιο σημείο, δεν πάμε πουθενά;
Όταν πριν δύο χρόνια έκλειναν οι βρεφονηπιακοί σταθμοί στην Πυλαία και τον Χορτιάτη, με το πρόσχημα της έλλειψης παιδιών και των υποβαθμισμένων εγκαταστάσεων, στην ουσία συγκρούονταν δύο λογικές.
Η μία λογική θεωρεί ότι η παιδεία και η εκπαιδευτική διαδικασία στο σύνολό της δεν πρέπει να είναι δωρεάν (δηλαδή να στηρίζεται από το κράτος) και καθολική (δηλαδή να προσφέρεται το ίδιο στους πάντες). Αλλά, οφείλει και αυτή να καθορίζεται από τις αγορές, με γνώμονα την επιδίωξη του κέρδους για κάποιους, οι οποίοι ξέρουν καλύτερα να στήνουν και να προσφέρουν υπηρεσίες. Ένα παραμύθι είναι αυτό (για τις καλύτερες υπηρεσίες). Ένα άλλο παράπλευρο λέει ότι αυτό το κέρδος αργότερα θα επιστρέψει στα σχολεία, τους εκπαιδευτικούς, τους μαθητές και τους γονείς, με κάποιον μαγικό τρόπο, κι όλοι θα ζήσουν καλά κι εμείς καλύτερα.
Αυτή η λογική (που είναι η λογική της νεοδεξιάς Μητσοτάκη και της πιο σκληρής εκδοχής του καπιταλισμού, που είναι ο νεοφιλελευθερισμός, πλέον δεν κρύβεται. Διακηρύττει ξεκάθαρα ότι θεωρεί τις κοινωνικές ανισότητες ως φυσικό φαινόμενο, για το οποίο δεν μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα. Οι όποιες ανισορροπίες (πχ πολλοί φτωχοί γονείς που αναζητούν λίγες δωρεάν θέσεις σε δημοτικούς βρεφονηπιακούς σταθμούς) θα διορθωθούν με τον καιρό από τον τρόπο με τον οποίο θα ανταποκριθεί η ιδιωτική οικονομία.
Φερ’ ειπείν, κάποιος γονιός θα βρει μια καλύτερη δουλειά να πληρώσει ιδιωτικό σταθμό. Άντε, το πολύ ως επιτελικό κράτος να κάνεις καμία ανάπλαση με δωρεές ιδιωτών – είτε είναι ΜΕΘ, είτε δάση, είτε σχολεία. Ο φτωχός όμως; Ο φτωχοποιημένος; Ο άνεργος; Αυτός που τον χτύπησε μια ατυχία; Πόσο μάλλον που μας χτύπησε όλους η ατυχία της πανδημίας; Γι’ αυτούς, η νεοδεξιά Μητσοτάκη έχει να λειτουργεί (αν λειτουργήσει) το πελατειακό δίκτυο της ΝΔ. Κι αυτό είναι –για να μην κρυβόμαστε– πάνω κάτω το σχέδιο στα δύο χρόνια διακυβέρνησης της ΝΔ Μητσοτάκη.
Σήμερα που μιλάμε, η υπουργός Παιδείας έχει ξεκινήσει ένα πραγματικό σάρωμα των σχολείων, συγχωνεύοντας τμήματα. Αυτό, μάλιστα, έχει ως συνέπεια την πύκνωση των μαθητών μέσα στις τάξεις σε καιρό πανδημίας. Αλλά, η πιο τρομακτική συνέπεια είναι μακροχρόνια και αφορά το ίδιο το εκπαιδευτικό έργο μέσα στα δημόσια σχολεία, μιας και υπ’ αυτές τις συνθήκες καθίσταται ατελέσφορο, πρόχειρο και ημιτελές. Αντί να αυξάνουμε την αναλογία δασκάλων προς μαθητές, τη μειώνουμε. Αντί να φτιάχνουμε νέα σχολεία που να απαντούν στις ανάγκες των καιρών, κλείνουμε κι αυτά που έχουμε. Το ίδιο έγινε και με τα πανεπιστήμια.
Γιατί, τι μας λέει αυτή η λογική; Μας λέει ότι οι εκπαιδευτικοί λειτουργοί, οι υγειονομικοί, οι άνθρωποι που χρειάζονται για να στηθεί ένα στιβαρό κοινωνικό κράτος, έχουν το θράσος να έχουν καλό μισθό κι έτσι να γίνονται προνομιούχοι, αντί να μπαίνουν για τρεις κι εξήντα στη δούλεψη των ολιγαρχικών δικτύων της ιδιωτικής παιδείας ή υγείας αντίστοιχα.
Και γιατί τα λέει αυτά; Μήπως γιατί οι αγορές και οι ιδιώτες θα λειτουργούσαν καλύτερα και πιο αποτελεσματικά τα σχολεία ή τα νοσοκομεία μας, αλλά απλώς τους λείπουν οι φθηνοί και καλοί εργαζόμενοι; Ασφαλώς και όχι. Μας λέει ότι συγκεκριμένα ιδιωτικά συμφέροντα εκμεταλλεύονται κάθε κρίση ως ευκαιρία. Χωρίς να επενδύουν, χωρίς να ρισκάρουν στο παραμικρό, παίρνουν έτοιμα τις υποδομές και το προσωπικό της δημόσιας παιδείας ή υγείας. Και με διασφαλισμένο έργο και πολίτες σε ανάγκη (που γίνονται πελάτες) όχι απλώς διασφαλίζουν την κερδοφορία τους, αλλά την αυξάνουν κιόλας.
Και σας ρωτώ: τι είναι πιο εύκολο; Να στήσει κανείς μια ιατρική σχολή από το μηδέν με δικά του κεφάλαια; Αυτό είναι αδύνατον. Το εύκολο είναι να μπει δια της πλαγίας στο κρατικό πανεπιστήμιο, το οποίο έχει χτιστεί με τον κόπο γενεών και γενεών και να το λειτουργήσει σαν παραμάγαζό του. Αντίστοιχα και με το ΕΣΥ. Είδατε κανένα ιδιωτικό νοσοκομείο να δίνει τη μάχη κατά της πανδημίας; Αυτό που έκαναν οι κρατικοδίαιτοι ιδιώτες ήταν να πάρουν έτοιμη πελατεία από τα χειρουργεία που αναβλήθηκαν λόγω Covid στα μεγάλα δημόσια νοσοκομεία –το Ιπποκράτειο, το «ΑΧΕΠΑ», κι άλλα–, τα οποία σήκωσαν το μεγάλο βάρος της υγειονομικής κρίσης. Πάση θυσία, ακόμα κι εν μέσω κρίσης, μεταφορά πόρων από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα. Αυτή είναι η λογική.
Φυσικά, για να μπορέσει να περάσει αυτή η λογική, η νεοφιλελεύθερη, απαιτούνται πολλά μικρότερα ή μεγαλύτερα ψέματα. Κάπως πρέπει να νομιμοποιηθεί το ξεπούλημα στη συνείδηση της κοινής γνώμης, ως τάχα αποτέλεσμα μιας δίκαιης εξέλιξης.
Το παραμύθι εδώ συνήθως πάει ως εξής. Διάφοροι καλοθελητές αρχίζουν να διαβάλλουν τους καθηγητές και τους δασκάλους, τους γιατρούς και τους νοσηλευτές, αλλά και ολόκληρους πολιτικούς χώρους μέσα στους οποίους οι κοινωνικές ανάγκες παίρνουν τη μορφή πολιτικού προγράμματος. Αν θυμάστε, στα πρώτα μνημόνια, επί Μητσοτάκη κιόλας ως αρμόδιου υπουργού, γινόταν χαμός με το ζήτημα της διαθεσιμότητας των καθηγητών. Με μια προσχηματική αξιολόγηση, η οποία (άκουσον άκουσον) προκαθόριζε το ποσοστό διαθεσιμότητας, η κυβέρνηση έθετε εκτός χιλιάδες καθηγητές, αποδυναμώνοντας τις σχολικές μονάδες και, ουσιαστικά, ανοίγοντας νέες ευκαιρίες στους σχολάρχες.
Τότε ήταν η τρόικα που τα απαιτούσε όλα αυτά. Σήμερα, έχουμε βγει από τα μνημόνια, αλλά έχουμε κυβέρνηση που δρα με τις ίδιες μνημονιακές επιταγές και μνημονιακές εμμονές.
Σήμερα, η υγειονομική κρίση γίνεται ευκαιρία και με το πρόσχημα του μη εμβολιασμού τίθενται εκτός χιλιάδες γιατροί και νοσηλευτές. Σε μια κοινωνική ομάδα αυτή των υγειονομικών, η οποία έχει εμβολιαστεί σε ποσοστό άνω του 90%, άρα έχει αποκτήσει τείχος ανοσίας, έρχεται η κυβέρνηση και στήνει ξανά συνθήκες κοινωνικού αυτοματισμού.
Είναι η ίδια λογική. Αυτή που κλείνει δομές στη Β’ Θεσσαλονίκης, αποστερώντας πολύτιμες δημόσιες υπηρεσίες. Αυτή που ξεπουλά δημόσιες δομές σε ολόκληρη τη χώρα, αποστερώντας υπηρεσίες κοινής ωφέλειας από τη συνολική παραγωγική διαδικασία. Ειδικά στην περίπτωση του ξεπουλήματος της ΔΕΗ και της ενεργειακής κρίσης που ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας, έχουμε να κάνουμε με μια στρατηγική επιλογή απίσχνασης κάθε εργαλείου που μπορεί να έχει στα χέρια της μια κυβέρνηση, προκειμένου να ασκήσει κοινωνική πολιτική.
Μεταφορά, λοιπόν, πόρων από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα είναι η λογική. Κι αυτό αφενός για να δοθεί μεγαλύτερή (ή και ολόκληρη) η εκάστοτε πίτα σε ιδιωτικά συμφέροντα. Αφετέρου για να μην μπορεί να υπάρξει (και ξαναϋπάρξει) κράτος που να ‘ναι σε θέση να ασκήσει πολιτικές άμβλυνσης των κοινωνικών, εισοδηματικών, έμφυλων κι όποιων άλλων ανισοτήτων προκύπτουν ή διαχρονικά αναπαράγονται στο συγκεκριμένο οικονομικό και διοικητικό σύστημα.
Αυτό μας φέρνει ξεκάθαρα στην κορυφή των προβλημάτων, που είναι η αποδυνάμωση των δημοκρατικών θεσμών, των μηχανισμών ελέγχου και λογοδοσίας και, τελικά, της ίδιας της δημοκρατίας.
Γιατί, σ’ αυτό το καθεστώς που δημιουργείται και στο οποίο όπως μας έχουν πει από άλλες δεκαετίες «δεν υπάρχει εναλλακτική», δεν υπάρχουν κατά βάση πολίτες. Και, το χειρότερο, έχουν μάθει οι πολίτες να μην λειτουργούν ως πολίτες, παρά μόνο ως καταναλωτές, ως αγοραστές. Αν παρατηρήσετε, η ενημέρωση για τα ενεργειακά απευθύνεται μονάχα σε καταναλωτές. Δεν προβάλλεται η στρατηγική σημασία του να έχει η χώρα ενεργειακή αυτονομία. Σαν να σου λένε ότι αυτό δεν σε αφορά. Σε αφορά, όμως, γιατί εν τέλει είναι αυτή η έλλειψη ενεργειακής αυτονομίας που φτάνει ως ακρίβεια στην τσέπη σου, στον προϋπολογισμό τον οικογενειακό ή αυτόν της μικρής σου επιχείρησης.
Είναι αυτή η μετατροπή σου από πολίτη σε καταναλωτή, που δεν του επιτρέπεται να συμμετέχει στα κοινά παρά μόνο ως αναγνώστης λογαριασμών. Με την ενεργειακή αυτονομία θα ασχοληθούν μόνον οι τεχνοκράτες. Αυτή είναι η ιδέα περί δημοκρατίας που πρεσβεύει η νεοδεξιά. Κι αυτοί οι τεχνοκράτες θα ορίσουν τα τι και πώς του καταμερισμού των διαθέσιμων πόρων. Είναι αυτοί που θα ορίσουν τους όρους του τραπεζικού δανεισμού, ώστε ο δήθεν καινοτόμος που τζογάρει στην αγορά ενέργειας να έχει εύκολη πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό. Αλλά, ο επαγγελματίας στην ιχθυόσκαλα της Μηχανιώνας, ο αγροκαλλιεργητής στο Δέλτα και ο καταστηματάρχης στον Λαγκαδά να βλέπουν την τράπεζα με κιάλι. Και, κυριολεκτικά, πλέον μετά το κλείσιμο περισσότερων καταστημάτων.
Εν τέλει, τη διαχωριστική γραμμή δεν τη βάζουμε εμείς – για να κατηγορηθούμε κιόλας περί διχασμού κι άλλων τέτοιων προπαγανδιστικών ανοησιών. Τη διαχωριστική γραμμή τη βάζει η ίδια η κυβέρνηση Μητσοτάκη, που χωρίζει την κοινωνία βιαίως σε δύο ανισομερή τμήματα, όπου απ’ την πάνω πλευρά λίγοι και εκλεκτοί θα μπορούν να προγραμματίζουν τα πάντα και να διασφαλίζουν τη ζωή τους, ενώ απ’ την κάτω πλευρά οι πολλοί και μη προνομιούχοι θα αγωνίζονται διαρκώς στο όριο να τα βγάζουν τσίμα-τσίμα και στο τέλος να λένε κι ευχαριστώ που τουλάχιστον μπορούν κάθε τέσσερα χρόνια να λένε επισήμως τη γνώμη τους για το πώς τα πήγε το σύστημα με τις ζωές τους. Όπως γίνεται στα ριάλιτι.
Δεν θέλουμε, όμως μια δημοκρατία-ριάλιτι. Αυτόν τον καιρό ολόκληρος ο πλανήτης βλέπει μια σειρά στο Netflix, το παιχνίδι των καλαμαριών, όπου εντυπώνονται ακριβώς αυτές οι συνθήκες ανηλεούς και θανατηφόρου ανταγωνισμού. Τον ανταγωνισμό τον επιβάλλουν λίγοι ισχυροί που παίζουν κυριολεκτικά με τις ζωές των ανυποψίαστων από τη λαϊκή μάζα.
Μια εικόνα από το προσεχές μέλλον ή ξόρκισμα μιας κατάστασης που τη βλέπουμε να έρχεται και προσπαθούμε από τώρα να την αποφύγουμε;
Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο οι κοινωνίες στέλνουν τα μηνύματά τους. Οι πιο αδύναμοι αυτών των κοινωνιών στέλνουν ξέχωρα και τα δικά τους. Οφείλουμε ως ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, ως άνθρωποι που τάσσονται κατά των καταναγκασμών, που προκρίνουν την εργασία, που μάχονται για τα ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα, που αντιλαμβάνονται την κοινωνία σε όλες της τις διαστάσεις, οφείλουμε να ξέρουμε ποιους εκπροσωπούμε.
Οφείλουμε να ξέρουμε στο όνομα ποιων μιλάμε και απολαμβάνουμε προβολής. Οφείλουμε να κάνουμε ρήξεις όπου χρειάζεται για να προασπίσουμε τους συλλογικούς αγώνες. Οφείλουμε να αναζητήσουμε κοινούς τόπους μ’ αυτούς που αγαπούν τους κοινούς τόπους. Εν τέλει οφείλουμε να είμαστε μπροστάρηδες. Με το δικό μας πρόγραμμα μετασχηματισμού της κοινωνίας. Με το δικό μας κυβερνητικό πρόγραμμα. Τι-πού-πώς-πότε-γιατί. Με μια πλήρη απάντηση για το καθένα, όπου μας ρωτούν.
Και, για να φτάσω στο προκείμενο: αυτό που μας ρωτούν ολοένα και περισσότεροι πλέον είναι αν είμαστε έτοιμοι να κυβερνήσουμε, αν είμαστε έτοιμοι να εφαρμόσουμε ένα ριζοσπαστικό, προοδευτικό πρόγραμμα. Η απάντηση είναι απολύτως καταφατική και δεν χρησιμοποιεί μέλλοντα χρόνο. Κι αυτή η απάντηση-κατάφαση είναι μονόδρομος. Η νεοδεξιά περνά πλέον σε ένα δεύτερο στάδιο αυταρχισμού. Μπροστά στα συσσωρευμένα αδιέξοδα της ΝΔ, οι νεοφιλελεύθεροι καταφεύγουν στην παλιά συνταγή του εκφασισμού της κοινωνίας. Τα όσα είδαμε στα σχολεία της Σταυρούπολης καταμαρτυρούν και τα όσα διαδραματίζονται στο κοινωνικό παρασκήνιο. Η δε προκλητική μεταχείριση καταδικασθέντων Χρυσαυγιτών από μέρος της δικαστικής εξουσίας μας μιλά και για τα όσα διαδραματίζονται στο πολιτικό παρασκήνιο. Όλα δείχνουν ότι το κατεστημένο δεν θα διστάσει να παίξει κι αυτό το χαρτί απέναντι σε εκείνον τον πλειοψηφικά οργανωμένο κόσμο της εργασίας που οργανώνεται και διεκδικεί. Το ίδιο σημαδεμένο χαρτί παίζει κι εναντίον κάθε προσπάθειας υπό τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ για μια συγκροτημένη και συνεπή κεντροαριστερή πλειοψηφία στα αριστερά του κ. Μητσοτάκη. Επομένως, εν μέσω πανδημίας και εν αναμονή των συνεπειών της ενεργειακής κρίσης, το ζήτημα δεν είναι μόνο πότε θα γίνουν εκλογές αλλά και πώς. Ο δρόμος που ανοίγεται μπροστά μας είναι δύσβατος.
Αλλά, αυτόν διαβαίνουμε και συνοδοιπορούμε κατά μέτωπο. Και δεν κάνουμε πίσω. Γιατί, και θέλουμε και μπορούμε και το κυριότερο: ξέρουμε!